βίσων

βίσων
bison
masc/fem nom/voc sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βίσωνας — βίσων bison masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βίσωνες — βίσων bison masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βίσωνος — βίσων bison masc/fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • бизон — из франц. bison, ср. лат. bison от греч. βίσων (Павсаний и др.); см. Шарпантье, МО 6, 128 и сл …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • βίσονας — Κοινή ονομασία ορισμένων θηλαστικών μηρυκαστικών της οικογένειας των βοοειδών, της τάξης των αρτιοδακτύλων. Παλαιότερα ήταν πολύ διαδεδομένοι στην Ευρώπη και στη Βόρεια Αμερική. Όμως, το εντατικό κυνήγι κατά τους τελευταίους δύο αιώνες, για το… …   Dictionary of Greek

  • Αμερική — I (America) Μία από τις πέντε ηπείρους του πλανήτη μας· γεωγραφικά χωρίζεται σε τρία τμήματα, τη Βόρεια Α., την Κεντρική Α. (μαζί με τα νησιά της Καραϊβικής θάλασσας) και τη Νότια ή Λατινική Α. Πολιτικά, τα τελευταία χρόνια έχει επικρατήσει η… …   Dictionary of Greek

  • u̯eis-3 —     u̯eis 3     English meaning: to flow; poison     Deutsche Übersetzung: “zerfließen, fließen (often in FlN); also vom tierischen Samen; besonders von the Feuchtigkeit and dem Geruch faulender Pflanzen, unreinen Säften, Gift”     Material:… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.